Ξαναέπιασε το μολύβι στα χέρια του ύστερα από πολύ καιρό. Του φάνηκε ξένο και, την ίδια στιγμή, τόσο μα τόσο γνώριμο.
Στην αρχή σχεδίασε κάτι. Έτσι, μόνο και μόνο για να υπάρχει. Για να καλοπιάσει το μολύβι, μήπως και του έκαναν τη χάρη οι λέξεις και εισέβαλλαν στο μυαλό του ακόμη μία νύχτα.
Η κατάρα τού να σκέφτεται ίσχυε ακόμη, τελικά.
Φλέρταρε με τις λέξεις και προσπαθούσε να τις βάλει σε μια σωστή σειρά. Τόσες φωνές, τόσες εικόνες και τόσες, μα τόσες σκόρπιες λέξεις. Χαμένες μέσα στα γρανάζια του χρόνου και στο χάος του μυαλού του.
Ήπιε μια γουλιά από το ποτό του και σκούπισε μια σταγόνα ιδρώτα που κύλησε στο πρόσωπό του.
Καλοκαίρι.
Η καλύτερη εποχή για παραισθήσεις.
Οι λέξεις άρχισαν να χορεύουν γύρω του, να σχηματίζουν προτάσεις και να πλέκουν ένα πολύχρωμο γαϊτανάκι. Εκείνος παλιάτσος και βασιλιάς μαζί, πρωταγωνιστής σε ένα πανηγύρι στημένο αποκλειστικά για την πάρτη του.
Νικητής και νικημένος μέσα στο τσίρκο του ίδιου του μυαλού του.
«Θα σε αγαπάω για πάντα…»
«Σε μισώ…»
«Μου λείπεις…»
Νόημα μηδέν.
Δεν μπορούσε να γράψει τέτοια σκουπίδια.
Έσκισε την κόλλα και δοκίμασε ξανά από την αρχή.
Μια εικόνα εμφανίστηκε στο μυαλό του. Μια ερημική παραλία. Εκείνος καθισμένος μόνος, στη σκιά ενός δέντρου, να παρατηρεί το ηλιοβασίλεμα.
Δεν μπορούσε να την περιγράψει.
Υπάρχουν στιγμές που ακόμη και όλες οι λέξεις του κόσμου δεν αρκούν για να περιγράψουν μια εικόνα ή ένα συναίσθημα. Ίσως, πάλι, οι λέξεις να αρκούν και εμείς να μην είμαστε αρκετοί για να τις βρούμε.
Άδειασε το ποτήρι και τίναξε το κεφάλι του, λες και μπορούσε έτσι να βάλει τις σκέψεις στη θέση τους.
Άνοιξε το ψυγείο, γέμισε το ποτήρι με πάγο και πρόσθεσε ακόμη μία δόση από το ποτό του. Ύστερα κάθισε ξανά στην καρέκλα και κοίταξε τη λευκή κόλλα.
Έπιασε το μολύβι αποφασισμένος.
«Καλησπέρα.»
«Καλησπέρα.»
«Με λένε Αντρέα.»
«Ναι. Σε λένε Αντρέα.»
Οι μονόλογοι με τον καθρέφτη δεν βοήθησαν ποτέ κανέναν.
Ή, τουλάχιστον, κανέναν που να το παραδέχτηκε.
Άρχισε να γράφει.
«Θα σου πω ένα μυστικό.
Ποτέ δεν έγραψα τίποτα.
Οι λέξεις ήταν εκείνες που μου έκαναν τη χάρη. Έρχονταν σε εμένα και δεν μου άφηναν καμία άλλη επιλογή πέρα από το να τις εκφράσω όπως μπορούσα. Άλλοτε γράφοντας και άλλοτε σχεδιάζοντας.
Ελπίζω να επισκέπτονται κι εσένα. Ελπίζω να μη σε έχουν αφήσει μόνο.
Πολλοί μαθαίνουν, ή τους μαθαίνουν, να τις αγνοούν από τότε που είναι ακόμη παιδιά. Ίσως γι’ αυτό μου αρέσει ακόμη και τώρα να μιλάω με μικρούς ανθρώπους. Δεν τους έχουν στερήσει ακόμη το δικαίωμα να φαντάζονται και να ονειρεύονται.
Λένε συνήθως αυτό που αισθάνονται.
Και, τις περισσότερες φορές, είναι αληθινό.
Το μεγαλύτερο δώρο που μπορείς να κάνεις σε κάποιον είναι να του επιτρέψεις να είναι ο εαυτός του. Να μην προσπαθήσεις ποτέ να τον αλλάξεις ώστε να χωράει στα δικά σου μέτρα.
Οι άνθρωποι είναι αυτό που είναι.
Σου αρέσει; Κράτησέ το.
Δεν σου αρέσει; Βρες κάτι άλλο.
Αυτό θέλω και από εσένα.
Να είσαι ο εαυτός σου. Να μην υποκρίνεσαι και να μην υποκλίνεσαι σε κανέναν. Να λες αυτό που αισθάνεσαι και να σκέφτεσαι πάντοτε σαν παιδί.
Ελεύθερα.
Με μεγάλες δόσεις φαντασίας.
Μην ξεχάσεις ποτέ πώς ήταν να είσαι παιδί. Κάθε ηλικία έχει τις δικές της δυσκολίες. Κάτι που σε εσένα μπορεί να μοιάζει ασήμαντο, για έναν μικρότερο άνθρωπο μπορεί να είναι ολόκληρος ο κόσμος.
Έχεις παιδιά;
Δεν ξέρω.
Δεν σε έχω γνωρίσει ακόμη.
Μια μέρα, όμως, θα σε γνωρίσω.
Και αν έχεις παιδιά, όσα ακολουθούν είναι γι’ αυτά. Δώσε τους να τα διαβάσουν. Συγχώρεσέ με που παίρνω το θάρρος να τους μιλήσω.
Προσπαθήστε να μην παρεξηγείτε τον πατέρα σας. Ό,τι σας λέει, πιθανότατα το λέει επειδή νοιάζεται για εσάς.
Και αυτό σας το λέει κάποιος που κάποτε μισούσε τους μεγάλους και σιχαινόταν τον εαυτό του κάθε φορά που καταλάβαινε πως μεγάλωνε.
Προσπαθώ να μην αλλάξω.
Να μείνω παιδί.
Ο χρόνος θα δείξει αν τα κατάφερα ή αν τελικά έγινα ένας ακόμη μεγάλος που λέει πως έμεινε παιδί, ενώ γκρινιάζει για τους λογαριασμούς και τον πόνο στη μέση.
Είναι δύσκολο να μεγαλώνεις γονείς. Το ξέρω.
Να χαμογελάτε, όμως, και όλα κάπως θα γίνουν. Στην τελική, η ζωή είναι ένα αστείο. Γι’ αυτό μην την πάρετε ποτέ υπερβολικά στα σοβαρά.
Γιατί αν την πάρετε στα σοβαρά, είναι σαν να πηγαίνετε στο τσίρκο και να κλαίτε βλέποντας τους κλόουν.
Έλεος.
Πάνω κάτω αυτά είχα να σας πω.
Χάρηκα που γνώρισα εσένα και τα παιδιά σου.
Owlish.»
Άφησε το μολύβι επάνω στο τραπέζι και διάβασε το γράμμα από την αρχή.
Δεν ήταν τέλειο.
Ευτυχώς.
Τα τέλεια πράγματα είναι συνήθως νεκρά.
Τύλιξε προσεκτικά το χαρτί, το έβαλε μέσα σε έναν φάκελο και έγραψε επάνω τη διεύθυνση και το όνομα του παραλήπτη.
Στα στοιχεία του αποστολέα έγραψε:
Owlish.
Το επόμενο πρωί πήγε στο ταχυδρομείο και έκανε ίσως το πιο παράξενο αίτημα που είχαν ακούσει εκεί μέσα.
Ζήτησε να του στείλουν το γράμμα ύστερα από είκοσι ένα χρόνια.
Ο υπάλληλος κοίταξε πρώτα τον φάκελο και ύστερα εκείνον. Το βλέμμα του ήταν γεμάτο απορία, από εκείνη τη γνήσια απορία που εμφανίζεται όταν κάποιος ανακαλύπτει ότι η βάρδια του μπορούσε τελικά να γίνει ακόμη χειρότερη.
«Μα, συγγνώμη…» είπε. «Η διεύθυνση του αποστολέα είναι ίδια με τη διεύθυνση του παραλήπτη.»
Σήκωσε ξανά το βλέμμα του.
«Στέλνετε γράμμα στον εαυτό σας, είκοσι ένα χρόνια από τώρα;»
Εκείνος χαμογέλασε.
«Αυτό ακριβώς.»
Ο υπάλληλος κοίταξε πάλι τον φάκελο.
Ύστερα κοίταξε το ρολόι.
Και, για πρώτη φορά εκείνο το πρωί, σκέφτηκε πόσο αργά περνούσε ο χρόνος για όλους τους λάθος ανθρώπους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου