Αρέσκεται τα βράδια να σκοτώνει τον εαυτό του. Να τον δηλητηριάζει λίγο λίγο, είτε με αλκοόλ, είτε με τσιγάρα, είτε με διάφορες άλλες ουσίες αμφιβόλου προελεύσεως.
Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009
Ο κόσμος έχει γεύση μαρμελάδα βατόμουρο…
Αρέσκεται τα βράδια να σκοτώνει τον εαυτό του. Να τον δηλητηριάζει λίγο λίγο, είτε με αλκοόλ, είτε με τσιγάρα, είτε με διάφορες άλλες ουσίες αμφιβόλου προελεύσεως.
Σάββατο 29 Αυγούστου 2009
Κάποτε μου είπε κάποιος ότι ο Θεός έχει χιούμορ και εγώ τον πίστεψα.
Κάποτε μου είπε κάποιος ότι ο Θεός έχει χιούμορ και εγώ τον πίστεψα. Από τότε βλέπω τη ζωή σαν ένα μεγάλο αστείο, ίσως και να είχε δίκιο τώρα που το καλοσκέπτομαι.
Όσες φορές πήγα να την πάρω στα σοβαρά έφαγα τα μούτρα μου. Ενώ από την άλλη όποτε γέλαγα πέρναγα καλά ακόμη κι αν το γέλιο μου ήταν απλά μια μάσκα για να κρύψει καλά την μελαγχολία μου.
Μου λένε ότι είμαι σκεπτόμενο άτομο, εγώ δεν τους πιστεύω. θεωρώ ότι είμαι βλάκας. Ίσως να είμαι το ένα ή ίσως πάλι το άλλο. Ονειροπόλος ναι, σίγουρα είμαι! Μου αρέσει να κάνω τους άλλους να γελούν, αλλά όχι τα ψεύτικα τα γέλια, από αυτά που κρύβουν οι περισσότεροι τσαλακωμένα στην τσέπη τους σαν παλιό δίπλωμα μοτοσακού ή σα το χαρτί από τα διόδια, που ποτέ δεν το κοιτάς εσύ, αλλά το έχεις μόνο και μόνο για να το δείχνεις στους άλλους, αν και μόνο αν σου το ζητήσουν ή “το επιβάλλουν οι καταστάσεις”, όπως συνήθιζε να μου λέει η μητέρα μου και το παλιό μου αφεντικό.
Δευτέρα 10 Αυγούστου 2009
Etsi apla, ksanarhisa na grafw...
Ξαναέπιασε το μολύβι στα χέρια του ύστερα από πολύ καιρό. Του φάνηκε ξένο και, την ίδια στιγμή, τόσο μα τόσο γνώριμο.
Στην αρχή σχεδίασε κάτι. Έτσι, μόνο και μόνο για να υπάρχει. Για να καλοπιάσει το μολύβι, μήπως και του έκαναν τη χάρη οι λέξεις και εισέβαλλαν στο μυαλό του ακόμη μία νύχτα.
Η κατάρα τού να σκέφτεται ίσχυε ακόμη, τελικά.
Φλέρταρε με τις λέξεις και προσπαθούσε να τις βάλει σε μια σωστή σειρά. Τόσες φωνές, τόσες εικόνες και τόσες, μα τόσες σκόρπιες λέξεις. Χαμένες μέσα στα γρανάζια του χρόνου και στο χάος του μυαλού του.
Ήπιε μια γουλιά από το ποτό του και σκούπισε μια σταγόνα ιδρώτα που κύλησε στο πρόσωπό του.
Καλοκαίρι.
Η καλύτερη εποχή για παραισθήσεις.
Σκοπιά...
Ola tha pane kala...
Κρατάς σφιχτά το όπλο ανάμεσα στα χέρια σου, σαν μια παλιά αγαπημένη, με το γεμιστήρα "κουμπωμένο". Δεκαπέντε και τρεις μέτρησες πριν λίγο στην αλλαγή. Το σύνολο δεκαοκτώ... Και είναι τότε που έρχονται οι σκέψεις, απρόσκλητες στο μυαλό σου. Σκελετοί που σου χαϊδεύουν στοργικά την πλάτη. Ένα ρίγος διαπερνά την ραχοκοκκαλιά σου. Δεν είναι το κρύο, όχι αυτή τη φορά... Είναι σκέψεις που δεν είχες τολμήσει ποτέ ή δεν ήθελες να κάνεις.
Πριν είκοσι λεπτά σου μίλησα στο κινητό κι όμως είναι σα να πέρασαν ώρες, όχι πολλές, αρκετές όμως για να αρχίσουν οι αμφιβολίες να σε βασανίζουν. "Γιατί ήσουν τόσο ψυχρή σήμερα;" Φταίει που είμαι μακριά και άρχισε η αγάπη να ξεφτίζει σαν καρδία ζωγραφισμένη με μολύβι σε χαρτί που πάλιωσε ξεχασμένο μέσα σε ένα συρτάρι σαπισμένο από την υγρασία.
Τσιγάρο. Απαγορεύεται αλλά δεν γαμιέται 5Φ είναι αυτά. 3 η ώρα και φώτα δεν φαίνονται στο βάθος... Σε θυμάμαι σαν χτες να μου λες ότι όλα θα πάνε καλά στο σταθμό Λαρίσης λίγο πριν το βραδινό τρένο Νο604 ξεκινήσει για τον τελικό του προορισμό, "Για Αλεξανδρούπολη και ενδιάμεσους σταθμούς...".Ανακοίνωνε, κάποιος βραχνά από τα μεγάφωνα, "...αμαξοστοιχία 604 αναχωρεί στις 23:55".Αλλά εγώ δεν τους άκουγα αντιλαλούσε μόνο η φωνή σου στο μυαλό μου "όλα θα πάνε καλά...".
Ξεκίνησε το τρένο στην προβλεπόμενη ώρα μεταφέροντας πολλούς σαν κι εμένα ντυμένους στα χακί. Πήγαινα, εδώ που είμαι τώρα, ένα μέρος ξεχασμένο από τους Θεούς "όλα θα πάνε καλά...", έτσι δεν είπες; Πάντα σου άρεσε να ζεις μέσα στα παραμύθια και έτσι το είδες και "αυτό", σαν παραμύθι. Μια ιστορία με πριγκήπισσες δράκους και ένα καλό τέλος για όλους. Αλλά κουκλίτσα μου έχω "γεράσει" για να πιστεύω σε παραμύθια με καλό τέλος. Για μένα η Χιονάτη είναι μια τσούλα και ο Μικρός Πρίγκιπας πρεζάκι στα Εξάρχεια. Τότε σε κρατούσα στα χέρια μου σαν την άμμο σε μια όμορφη απόμερη παραλία και έπαιζα μαζί σου. Τώρα κάτι έχει αλλάξει ανάμεσα μας, σε νιώθω σαν τον καπνό του τσιγάρου μου. Μπορώ να σε δω και να καταλάβω ότι είσαι μαζί μου αλλά χωρίς να μπορώ να σε αγγίξω. Απλώνω το χέρι μου για να σε πιάσω και ξεγλιστράς ανάμεσα στα δάχτυλα μου... Απομακρύνεσαι και σκορπίζεις μακρυά μου...
Όχι δεν είναι το ίδιο, δεν πάνε όλα καλά...
Κυριακή 9 Αυγούστου 2009
Μια Ιστορία με "σκελετούς" και μια ντουλάπα... :P
Κάθε άνθρωπος μαζεύει στη ζωή του «σκελετούς». Παλιά, ξεχασμένα όνειρα, αγάπες που ναυάγησαν πριν καν ξεκινήσουν, ξεχασμένους πόθους και επιθυμίες. Όλα εκείνα τα «θέλω» που, με τον καιρό, αντικαταστάθηκαν από τα «πρέπει».
Συνηθίζουμε όλοι να τους στοιβάζουμε μέσα σε μια παλιά δρύινη ντουλάπα· ο καθένας στη δική του. Υποκρινόμαστε πως δεν υπάρχουν καν. Λέμε πως τους έχουμε διαγράψει ή, ακόμη καλύτερα, πως τους έχουμε σκοτώσει.
Είναι, όμως, μια παλιά ντουλάπα. Το σαράκι και η υγρασία έχουν φάει το ξύλο της, οι μεντεσέδες της έχουν χαλάσει και τα φύλλα της δεν κλείνουν πια καλά.
Κάθε βράδυ, όταν πέφτεις για ύπνο, την ακούς να τρίζει ολόκληρη. Τότε σηκώνεσαι και κλείνεις προσεκτικά την πόρτα της, κρατώντας την καλά σφαλισμένη, για να μην καταφέρει να βγει τίποτα και κανένας τους έξω…
Πού και πού, όμως, έρχονται κάτι βράδια που είσαι ή νιώθεις πραγματικά μόνος. Τότε οι «σκελετοί σου» βρίσκουν την ευκαιρία. Αποκτούν δύναμη, ανοίγουν την πόρτα και έρχονται κοντά σου.
Όλοι μαζί ή ένας ένας, κάθονται πίσω σου και σου ψιθυρίζουν λέξεις. Λέξεις που δεν τόλμησες ποτέ να πεις. Σου υπενθυμίζουν την παρουσία τους, τόσο ζωντανοί όσο ήταν όταν αποφάσισες, κάποτε, να τους κλείσεις εκεί.
Αυτό είναι η εκδίκησή τους ή το παιχνίδι τους; Αλήθεια, δεν ξέρω ποιο από τα δύο.
Η μόνη σου επιλογή είναι να τους ακούς και το μυαλό σου να τρέχει…
Θέλεις να φύγουν. Πραγματικά το θέλεις. Δεν έχεις, όμως, πια τη δύναμη να τους ξανακλείσεις «εκεί μέσα». Δεν μπορείς. Είσαι αδύναμος τώρα…
Ίσως το πρωί…
Ώρες ή στιγμές αργότερα, φεύγουν μόνοι τους, όπως κάθε φορά. Κλείνονται ξανά στη «ντουλάπα» τους και εσύ αρκείσαι μόνο στο να την ακούς να τρίζει και να σε ξυπνά πού και πού τα βράδια, μόνο και μόνο για να σου υπενθυμίζει ότι βρίσκεται ακόμη εκεί…




