Ο Δρόμος Προς Την Κόλαση Είναι Στρωμένος...
Ο Δρόμος Προς Την Κόλαση Είναι Στρωμένος...
Από τη «Ντουλάπα με τους Σκελετούς»
Όσα δεν είπα — Η τελευταία πόρτα
Το πρώτο χτύπημα ακούστηκε στις τρεις και δεκαεπτά.
Δεν ήταν δυνατό. Ήταν όμως τόσο κοντά στο κρεβάτι μου, που άνοιξα τα μάτια πριν προλάβω να φοβηθώ.
Ύστερα ήρθε το δεύτερο.
Και το τρίτο.
Τακ. Τακ. Τακ.
Σηκώθηκα. Ο διάδρομος ήταν σκοτεινός. Από το παράθυρο έμπαινε λίγο φως του δρόμου και έπεφτε πάνω στην παλιά δρύινη ντουλάπα. Είχε μείνει εκεί χρόνια ολόκληρα. Βαριά, κακοφτιαγμένη, με έναν χαλασμένο μεντεσέ και μια δεξιά πόρτα που δεν έκλεινε ποτέ καλά. Τη βραδιά εκείνη η πόρτα ήταν κλειστή.
Άναψα το φως. Το ξύλο έμοιαζε βρεγμένο. Μια σταγόνα κατέβηκε αργά από το πόμολο ως το πάτωμα. Έσκυψα και την άγγιξα. Δεν ήταν νερό. Ήταν παχύρρευστη, κρύα, και μύριζε παλιό χώμα.
Ακούστηκε ένα τέταρτο χτύπημα.
Αυτή τη φορά η ντουλάπα κουνήθηκε.
«Ποιος είναι;» ρώτησα, χωρίς να περιμένω απάντηση.
Από το εσωτερικό ήρθε η δική μου φωνή.
«Άνοιξε.»
Δεν ήταν η φωνή που άκουγα όταν μιλούσα. Ήταν εκείνη που ακουγόταν μέσα μου όταν έμενα μόνος και ξανασκεφτόμουν μια άσχημη κουβέντα. Η φωνή που έλεγε πως είχα δίκιο. Πως οι άλλοι δεν καταλάβαιναν. Πως δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς.
Πήγα προς την εξώπορτα. Πίσω μου ακούστηκε ένα παρατεταμένο τρίξιμο. Η ντουλάπα είχε μετακινηθεί. Τα πόδια της άφηναν μακριές γραμμές πάνω στις σανίδες του πατώματος.
Σταμάτησα. Εκείνη σταμάτησε κι αυτή.
«Δεν πρόκειται να το κάνω», είπα.
Μία από τις πόρτες άνοιξε μόνη της όσο ένα δάχτυλο.
«Το είπες κι άλλες φορές.»
Ακούμπησα το χέρι στον τοίχο. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Προσπάθησα να θυμηθώ πότε είχα ακούσει τελευταία εκείνη τη φράση. Δεν χρειάστηκε. Ήξερα.
Το ξύλο άνοιξε διάπλατα.
Η ντουλάπα δεν είχε πια πίσω μέρος. Εκεί όπου άλλοτε κρέμονταν παλτά, τώρα ξεκινούσε ένα στενό δωμάτιο. Σειρές από ράφια χάνονταν στο σκοτάδι. Πάνω τους υπήρχαν δεκάδες κουτιά, όλα δεμένα με μαύρο σπάγκο. Και ανάμεσά τους κάθονταν σκελετοί.
Δεν έκαναν τίποτα. Μονάχα με κοιτούσαν.
Ο ένας φορούσε το παλιό μου παλτό. Από το παλτό έλειπε ένα κουμπί. Το είχα χάσει πριν από χρόνια. Θυμόμουν ακόμη πού.
«Τι είναι αυτό;» ψιθύρισα.
Ο σκελετός έγειρε το κρανίο του.
«Όσα δεν είπες.»
«Δεν είμαι τρελός.»
«Δεν σε ρώτησε κανείς.»
Άπλωσε το χέρι του. Τα κόκαλά του χτύπησαν μεταξύ τους, ξερά και ελαφριά. Στην παλάμη του κρατούσε ένα διπλωμένο χαρτί.
Το πήρα χωρίς να το θέλω. Αναγνώρισα αμέσως τον γραφικό χαρακτήρα.
«Το έκανα για καλό.»
Πήγα να σκίσω το χαρτί. Πριν προλάβω, ένας από τους σκελετούς σηκώθηκε. Με κάθε του κίνηση έβγαζε έναν ήχο που θύμιζε άδεια ξύλινη καρέκλα να σέρνεται στο πάτωμα.
«Αυτό θα κάνεις πάλι;» ρώτησε.
Το χαρτί τεντώθηκε ανάμεσα στα χέρια μου. Δεν σχίστηκε.
«Δεν ξέρετε τίποτα για μένα.»
Τότε όλοι οι σκελετοί άνοιξαν τα στόματά τους.
Δεν ακούστηκε κραυγή. Ακούστηκαν οι λέξεις μου, μία πάνω στην άλλη. Φράσεις που είχα πει σε άλλους ανθρώπους. Άλλες κοφτές, άλλες γεμάτες θυμό, άλλες ψιθυριστές, δήθεν ήρεμες. Από όλες ξεχώριζα την ίδια λέξη.
«Εγώ.»
Πίσω μου η εξώπορτα χτύπησε με δύναμη. Έτρεξα. Στο σημείο όπου βρισκόταν πριν υπήρχε μόνο ξύλο, ίδιο με εκείνο της ντουλάπας. Χτύπησα τις σανίδες με τις γροθιές μου.
«Ανοίξτε!»
«Δεν κλειδώσαμε εμείς την πόρτα», απάντησε η φωνή μου.
Γύρισα. Η ντουλάπα είχε απλωθεί σε όλο τον διάδρομο. Οι τοίχοι είχαν γεμίσει ράφια. Ακόμη και το ταβάνι έμοιαζε να χαμηλώνει. Κάθε φορά που ανέπνεα, το ξύλο έτριζε στον ίδιο ρυθμό.
Το πρώτο κουτί έπεσε μπροστά μου. Πάνω του έγραφε: «Για να μάθει».
Δεν ήθελα να το ανοίξω. Ένας σκελετός όμως τράβηξε τον σπάγκο. Το κουτί άνοιξε και από μέσα ακούστηκε ένας γνώριμος ήχος: ένα μολύβι που έσπαγε πάνω σε γραφείο.
Βρέθηκα ξανά στο δωμάτιο εκείνης της ημέρας.
Οι λάμπες φώτιζαν δυνατά. Οι συνάδελφοι κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι. Μπροστά τους στεκόταν ένας άνθρωπος που είχε κάνει λάθος. Ένα συνηθισμένο λάθος, από εκείνα που διορθώνονται. Του μιλούσα δυνατά. Τον ρωτούσα πώς μπόρεσε να είναι τόσο απρόσεκτος. Επέμενα μέχρι να χαμηλώσει το βλέμμα.
Τότε είχα χαμογελάσει.
Το είδα καθαρά. Το χαμόγελο ήταν μικρό, σχεδόν αόρατο. Όμως ήταν δικό μου.
«Δεν τον μισούσα», είπα στη ντουλάπα.
«Το ξέρουμε.»
«Έπρεπε να καταλάβει τι έκανε.»
«Το κατάλαβε.»
«Τότε γιατί μου το δείχνετε;»
Ο σκελετός με το παλτό στάθηκε μπροστά μου.
«Γιατί δεν θυμάσαι το πρόσωπό του όταν έφυγε.»
Η σκηνή άλλαξε. Είδα τον άνθρωπο μόνο του στον διάδρομο του γραφείου. Είχε σταθεί μπροστά στην πόρτα της σκάλας. Το χέρι του έτρεμε καθώς έψαχνε κάτι στην τσέπη του. Δεν ήξερε ότι τον έβλεπα. Εκείνη την ημέρα δεν τον είχα ακολουθήσει. Είχα μείνει πίσω να εξηγήσω στους άλλους πόσο απαραίτητη ήταν η αυστηρότητα.
«Σταματήστε», είπα.
Η εικόνα έμεινε ακίνητη. Η ανάσα του ανθρώπου όμως συνεχιζόταν, κομμένη, από την άλλη πλευρά της πόρτας. Η ντουλάπα επανέλαβε ακριβώς τον ήχο. Κάθε ράφι ανέβαινε και κατέβαινε μαζί του.
«Μπορούσες να του μιλήσεις μόνος σου», είπε ο σκελετός.
«Ναι.»
Η λέξη βγήκε δύσκολα.
«Μπορούσες να διορθώσεις το λάθος χωρίς να τον κάνεις να ντραπεί.»
«Ναι.»
«Τότε γιατί το έκανες μπροστά σε όλους;»
Κοίταξα το σπασμένο μολύβι. Για πρώτη φορά δεν βρήκα τίποτα να προσθέσω στο «ναι» μου.
Το ταβάνι σηκώθηκε λίγο. Μόνο λίγο. Ίσα για να μπορώ να σταθώ όρθιος.
Το επόμενο κουτί ήρθε μόνο του στα πόδια μου. Η ετικέτα έγραφε: «Για να μην πληγωθεί».
«Όχι αυτό», ψιθύρισα.
Ο σκελετός άφησε το χέρι του πάνω στο κουτί.
«Γιατί όχι;»
«Εκείνο ήταν διαφορετικό.»
«Έτσι είπες και τότε.»
Άνοιξε το καπάκι. Δεν υπήρχε αντικείμενο μέσα. Μόνο ένας σφραγισμένος φάκελος με το όνομα κάποιου που κάποτε μου είχε δείξει εμπιστοσύνη. Είχε έρθει να με ρωτήσει κάτι που τον βασάνιζε. Ήξερα την απάντηση. Του είπα τα εύκολα. Κράτησα τα υπόλοιπα για μένα.
Δεν ήταν δύσκολο να πω την αλήθεια. Δύσκολο ήταν να μείνω εκεί μετά. Να δω το βλέμμα του. Να ακούσω την οργή του. Να δεχτώ ότι ίσως με θεωρούσε λιγότερο γενναίο από όσο ήθελα να δείχνω.
«Τον προστάτευσα», είπα.
Κάτι χτύπησε μέσα στο ξύλο. Ένας μεντεσές λύγισε. Από τα ράφια έπεσε σκόνη πάνω στο πρόσωπό μου.
«Από ποιον;»
Δεν απάντησα.
«Από την αλήθεια;»
Το δωμάτιο στένεψε.
«Από τον πόνο;»
Οι σανίδες πίεσαν τους ώμους μου.
«Ή από το δικαίωμά του να θυμώσει μαζί σου;»
«Αρκετά!» φώναξα.
Όλοι οι σκελετοί χτύπησαν τα σαγόνια τους μαζί. Η λέξη μου γύρισε από το βάθος, πρώτα σαν αντίλαλος, ύστερα σαν εκατό διαφορετικές φωνές.
«Αρκετά. Αρκετά. Αρκετά.»
Ήταν η λέξη που έλεγα όταν κάποιος προσπαθούσε να συνεχίσει μια κουβέντα που δεν με βόλευε.
Μου κόπηκε η ανάσα. Οι σανίδες άγγιξαν το στήθος μου.
«Φοβήθηκα!» είπα.
Η πίεση σταμάτησε.
Δεν ήταν συγγνώμη. Δεν ήταν δικαιολογία. Ήταν κάτι που δεν είχα ομολογήσει ούτε στον εαυτό μου.
«Φοβήθηκα ότι θα με μισούσε.»
Αργά, οι τοίχοι απομακρύνθηκαν.
Ο σκελετός με το παλτό έσκυψε και μάζεψε τον φάκελο. Δεν τον έκλεισε. Τον ακούμπησε σε ένα ράφι, ανοιχτό, εκεί όπου μπορούσα να τον βλέπω.
«Και τώρα;» ρώτησα.
«Δεν τελειώσαμε.»
Πίσω του, όλα τα κουτιά άρχισαν να τρέμουν. Έπεφταν ένα ένα. Άλλα έγραφαν «Δεν υπήρχε άλλη λύση». Άλλα «Για το καλό όλων». Άλλα «Δεν το εννοούσα». Από μέσα τους ξεχύθηκαν φωνές, χαμένα βλέμματα, μισοτελειωμένες συζητήσεις. Δεν ξεχώριζα πλέον τι ανήκε σε ποιον. Κάποια πράγματα τα είχα ξεχάσει τόσο καλά, που μου φαίνονταν ξένα.
Έπεσα στα γόνατα και έβαλα τα χέρια στα αυτιά. Οι φωνές όμως δεν έρχονταν απ’ έξω. Έρχονταν από το στόμα μου. Μιλούσα χωρίς να θέλω. Έδινα εξηγήσεις σε ανθρώπους που δεν ήταν εκεί. Υπερασπιζόμουν αποφάσεις που είχαν περάσει χρόνια από τότε που τις πήρα.
«Φτάνει», προσπάθησα να πω.
Αντί γι’ αυτό άκουσα:
«Μα εγώ είχα δίκιο.»
Το ξύλο χτύπησε. Μια σανίδα βγήκε από τον τοίχο και καρφώθηκε στο πάτωμα μπροστά μου. Πάνω της ήταν γραμμένο: «Μα».
Άλλη μία εμφανίστηκε αμέσως μετά.
«Μα δεν ήταν τόσο σοβαρό.»
Και άλλη.
«Μα δεν ήξερα.»
Οι σανίδες γίνονταν σκαλοπάτια. Κάθε δικαιολογία μου πρόσθετε άλλο ένα, ώσπου μπροστά μου σχηματίστηκε ένας δρόμος που κατέβαινε μέσα σε ένα μαύρο άνοιγμα.
Οι σκελετοί παραμέρισαν. Κανείς δεν χρειάστηκε να με σπρώξει. Ο δρόμος ήταν φτιαγμένος από τις ίδιες μου τις λέξεις.
Στο πρώτο σκαλί ένιωσα ζέστη κάτω από τα πόδια. Στο δεύτερο, η ανάσα μου μύριζε στάχτη. Στο τρίτο άκουσα τον εαυτό μου να γελά, όπως γελούσα κάποτε όταν είχα καταφέρει να στριμώξω κάποιον σε μια διαφωνία.
«Δεν θέλω να πάω εκεί.»
«Τότε σταμάτα.»
«Πώς;»
«Μην πεις άλλο “μα”.»
Προσπάθησα. Δεν ήταν εύκολο. Είχα χτίσει ολόκληρη τη ζωή μου πάνω σε αυτή τη μικρή λέξη. Έκανε κάθε λάθος να μοιάζει αναγκαίο και κάθε πληγωμένο άνθρωπο να μοιάζει υπερβολικός.
Στάθηκα στο ίδιο σκαλί, με τα πόδια να καίνε.
«Τον ταπείνωσα», είπα τελικά. «Δεν χρειαζόταν. Ήθελα να δουν οι άλλοι ότι είχα εξουσία.»
Το σκαλί πίσω μου ράγισε.
«Έκρυψα την αλήθεια επειδή δεν ήθελα να χάσω την καλή εικόνα που είχε για μένα.»
Ένα δεύτερο σκαλί έσπασε.
«Και μετά έλεγα πως όλα έγιναν για καλό. Γιατί δεν άντεχα να παραδεχτώ ότι μπορούσα να κάνω κακό χωρίς να είμαι κάποιο τέρας.»
Ο δρόμος σταμάτησε να μεγαλώνει.
Δεν εξαφανίστηκε. Οι πέτρες έμειναν στη θέση τους. Μόνο το σκοτάδι μπροστά μου υποχώρησε και φανέρωσε μια πόρτα.
Δεν έμοιαζε με τις άλλες. Ήταν στενή, φτιαγμένη από ξύλο παλιότερο και από την ντουλάπα. Δεν είχε πόμολο. Δεν είχε κλειδαριά. Στο ύψος των ματιών υπήρχε μια χαραγμένη φράση:
«Η τελευταία πόρτα».
Πλησίασα. Από την άλλη πλευρά άκουγα χτυπήματα. Ήταν ανθρώπινα, αδύναμα, επίμονα. Κάποιος ζητούσε να μπει.
«Ποιος είναι;» ρώτησα.
Δεν απάντησε κανείς. Τα χτυπήματα συνεχίστηκαν. Ανάμεσά τους ακούστηκε μια προσπάθεια να ειπωθεί κάτι. Μια πρώτη συλλαβή. Ύστερα σιωπή.
Άγγιξα το ξύλο. Ήταν γεμάτο χαρακιές στο ύψος του προσώπου μου. Σαν να το είχε ξύσει κάποιος από την εσωτερική πλευρά προσπαθώντας να βγει.
«Άνοιξε», είπε πάλι η φωνή μου.
«Τι βρίσκεται πίσω της;»
«Όποιος δεν άφησες να τελειώσει.»
Έκλεισα τα μάτια. Ένιωσα την ανάγκη να φύγω. Να γυρίσω στο κρεβάτι μου, να πείσω τον εαυτό μου ότι ήταν εφιάλτης, να υποσχεθώ πως από το πρωί θα γινόμουν καλύτερος. Όμως ήξερα πόσες φορές είχα υποσχεθεί κάτι τέτοιο χωρίς να αλλάξω τίποτα.
«Κι αν την ανοίξω;»
«Δεν θα σου αρέσουν όσα θα ακούσεις.»
«Θα τελειώσει;»
Για πρώτη φορά η φωνή δίστασε.
«Όχι.»
Αυτό με γονάτισε περισσότερο από οτιδήποτε είχε συμβεί. Δεν υπήρχε μία λέξη που θα έσβηνε όλα τα παλιά. Δεν υπήρχε πόρτα που οδηγούσε κατευθείαν στη συγχώρεση.
Στήριξα την παλάμη μου στο ξύλο και έσπρωξα.
Η πόρτα δεν άνοιξε.
Από πίσω ακούστηκε καθαρά μία φωνή. Δεν ήξερα σε ποιον ανήκε. Ίσως να ήταν πολλές μαζί.
«Μ’ ακούς;»
Ήταν μια τόσο απλή ερώτηση. Είχα περάσει χρόνια απαντώντας πριν μου τεθεί.
«Ναι», είπα.
Η πόρτα μετακινήθηκε ελάχιστα.
«Θα μ’ αφήσεις να τελειώσω;»
Το πρώτο που ανέβηκε στα χείλη μου ήταν μια εξήγηση. Κατάπια τις λέξεις.
«Ναι.»
Το ξύλο άνοιξε όσο χρειαζόταν για να περάσει ένα ρεύμα αέρα. Δεν είδα πρόσωπο. Άκουσα όμως μια ανάσα που έμοιαζε με εκείνη στο γραφείο. Έπειτα μια δεύτερη, γεμάτη θυμό. Κι ύστερα άλλες, πολλές. Δεν μου ζητούσαν να τιμωρηθώ. Μου ζητούσαν να μη μιλήσω πάνω από τις δικές τους φωνές.
Έμεινα εκεί. Άκουσα πράγματα που δεν με βόλευαν. Άκουσα ότι είχα πληγώσει, ότι είχα απογοητεύσει, ότι είχα κλείσει δρόμους σε ανθρώπους επειδή ήθελα να νιώθω βέβαιος. Κάποια λόγια ήταν άδικα. Κάποια δεν έλεγαν όλη την αλήθεια. Αυτή τη φορά όμως δεν βιάστηκα να τα διορθώσω. Περίμενα να τελειώσουν.
Όταν έπεσε σιωπή, η πόρτα άνοιξε μόνη της.
Πίσω της βρισκόταν ο διάδρομος του σπιτιού μου.
Η ντουλάπα στεκόταν στη θέση της. Το ρολόι έδειχνε τρεις και δεκαεπτά. Το φως ήταν αναμμένο. Δεν φαινόταν κανένα σημάδι από τα κουτιά και τους σκελετούς. Μόνο οι πατημασιές μου ήταν λασπωμένες, σαν να είχα διασχίσει πραγματικά έναν υγρό δρόμο.
Στο πάτωμα βρισκόταν το πρώτο χαρτί. Το σήκωσα. Από τη μία πλευρά έγραφε: «Το έκανα για καλό». Στην άλλη υπήρχε μια καινούργια φράση:
«Και τι έγινε στον άλλον;»
Κάθισα δίπλα στη ντουλάπα. Ήμουν εξαντλημένος. Ήθελα να κοιμηθώ, να ξεχάσω, να πω στον εαυτό μου πως πέρασα κάτι τρομερό και άρα είχα ήδη πληρώσει αρκετά.
Το ξύλο έτριξε.
Το πήρα σαν προειδοποίηση.
Σηκώθηκα και πήγα στο γραφείο. Άνοιξα ένα τετράδιο. Έγραψα πρώτα το όνομα του ανθρώπου που είχα εκθέσει μπροστά στους άλλους. Έπειτα το όνομα εκείνου από τον οποίο είχα κρύψει την αλήθεια. Δεν έγραψα δικαιολογίες. Έγραψα όσα είχα κάνει, με απλά λόγια. Δίπλα άφησα χώρο για όσα θα μου έλεγαν, αν ήθελαν να μου μιλήσουν.
Δεν σήκωσα το τηλέφωνο μέσα στη νύχτα. Δεν είχα δικαίωμα να ζητήσω από κανέναν να με ανακουφίσει αμέσως. Οι συγγνώμες μου θα μπορούσαν να περιμένουν μέχρι το πρωί. Η ευθύνη όχι.
Όταν γύρισα στον διάδρομο, η πόρτα της ντουλάπας ήταν μισάνοιχτη. Δεν δοκίμασα να την κλείσω.
Πριν σβήσω το φως, είδα κάτι στο βάθος. Ένα μικρό κουτί, μόνο του στο κάτω ράφι. Δεν το είχα δει πριν. Ήταν άδειο, χωρίς σπάγκο. Η ετικέτα του είχε μία μόνο λέξη:
«Αύριο».
Έμεινα ακίνητος. Το επόμενο λάθος μου δεν είχε γίνει ακόμη. Θα μπορούσα να γεμίσω το κουτί και να βρω ξανά έναν καλό λόγο για να το κρύψω. Ή θα μπορούσα να σταματήσω την επόμενη φορά πριν χρειαστεί άλλη μία δικαιολογία.
Έσβησα το φως.
Μέσα στο σκοτάδι ακούστηκαν τρία χτυπήματα.
Τακ. Τακ. Τακ.
Δεν ήρθαν από τη ντουλάπα.
Ήρθαν από την εξώπορτα.
Για μια στιγμή έμεινα εκεί, ακίνητος. Ύστερα προχώρησα προς το μέρος της. Δεν ήξερα ποιος βρισκόταν απ’ έξω, ούτε τι θα μου ζητούσε. Αυτή τη φορά όμως δεν ετοίμασα απάντηση.
Έβαλα το χέρι στο πόμολο και άνοιξα.
Owlish

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου